Είχα καιρό να νιώσω τόση ανυπομονησία για ταινία, όσο αυτή που ένιωσα τις περασμένες ημέρες για το Irishman. Το σκηνικό ήταν έτοιμο: Σάββατο βράδυ, ωραίο φαγητό καναπέ (δηλαδή σουβλάκι), κρασάκι και καλή παρέα. Ήμουν σίγουρος ότι οι 3,5 ώρες που ήμουν αποφασισμένος να αφιερώσω στον Ιρλανδό του Σκορσέζε θα κυλούσαν υπέροχα. Καταραμένο μάρκετινγκ, έρχεσαι και μας καταστρέφεις τα καλύτερα Σαββατόβραδα. Επιτρέψτε μου να γίνω λίγο υπερβολικός και να πω προκαταβολικά ότι το Irishman δεν μου φάνηκε απλώς μέτριο: δεν μου άρεσε καθόλου.

Αλλά ας επιστρέψω στο Σαββατόβραδο… Από τα πρώτα λεπτά άρχισα να νιώθω κάπως περίεργα, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Έκανα υπομονή, λέω τα πράγματα θα εξελιχθούν καλά, αλλά ήρθε εκείνη η σκηνή με τον Ντε Νίρο να ρίχνει ξύλο σε κάποιον που πείραξε την κόρη του και λέω «Ωπα, ώπα παιδιά, να το πάμε λίγο από την αρχή, δεν είδα καλα!». Και γυρίζω πίσω να το ξαναδώ και να το πιστέψω. Δεν θέλω να περιγράψω ακριβώς τι είδαν τα μάτια μου, θα το δείτε μόνοι σας και θα καταλάβετε. Αναρωτιέμαι όμως γιατί η συγκεκριμένη σκηνή δεν κόπηκε στο μοντάζ! Πώς χώρεσε ένα τόσο κακοφτιαγμένο πράγμα σε μία ταινία του Σκορσέζε.

Μετά η κατηφόρα συνεχίστηκε… Κανένα ενδιαφέρον, καμία κορύφωση, καμία ανατριχίλα. Δεν ένιωσα σε καμία σκηνή τίποτε. Κανένας χαρακτήρας δεν με κέρδισε, κανένας δεν ξεχώρισε, ήταν ένα απολύτως flat σκηνικό. Η μεγάλη απογοήτευση για εμένα ήταν ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ένιωθα σε όλη την ταινία ότι ήταν κενός φορτίου. Από την αρχή δεν υπάρχει καμία εμβάθυνση στον ρόλο του: πότε ήταν φορτηγατζής, πότε έγινε μαφιόζος, γιατί έφτασε εκεί, ούτε που καταλάβαμε.

Για να μην τον αδικήσω, ίσως να φταίει στην αίσθηση που μου δημιουργήθηκε και αυτή η ανεκδίηγητη τεχνική που έκανε τους ηθοποιούς νέους και υποτίθεται εκτόξευσε το κόστος στα ύψη. Μπότοξ και στα ρουθούνια να τους είχαν κάνει, πιο ρεαλιστικό θα φαινόταν. Μας ειλικρινά πείτε μου, σας άρεσε το αποτέλεσμα; Και καταλαβαίνετε τι ηλικίας υποτίθεται ήταν ο Ιρλανδός στις διάφορες φάσεις, γιατί εγώ έχασα τον μπούσουλα. Ήταν λες και ήταν 50 ετών, που έπαιζε τον τριαντάρη αλλά κινούνταν σαν 70άρης. Το θέαμα ήταν στα δικά μου τα μάτια πολύ άσχημο. Και τα μάτια, αχ τα μάτια του Ιρλανδού. Πόσο ψεύτικα… Μα πρασινομάτης ο Ντε Νίρο;

Δεν ξέρω αν φταίνε οι υπερβολικές προσδοκίες και η ταινία μου έβγαλε τόσο αρνητισμό. Δεν σας κρύβω ότι με έχει εκπλήξει πολύ η υψηλή βαθμολογία στο IMDb. Νιώθω σαν να αγαπάμε πολύ τον Ντε Νίρο και τον Πατσίνο και τον Πέσι και τον Σκορσέζε και σαν να ντρεπόμαστε να τους πούμε την αλήθεια: Ότι ο Ιρλανδός δεν στέκεται ισάξια στο μέγεθος τους.

Και θα μοιραστώ και μία τελευταία σκέψη μου για το σινεμά… Ο κινηματογράφος δεν είναι ούτε οι ακριβές τεχνικές, ούτε το συναπάντημα μεγάλων ονομάτων. Είναι πάνω απ’ όλα συναίσθημα… Θυμάμαι κάποτε αρκούσαν μερικά αναμμένα χαρτάκια να πέφτουν από τα παράθυρα φυλακής για να μας κάνουν να ανατριχιάσουμε… Αυτές τις ταινίες αγαπάμε, αυτές μας λείπουν γιατί τα φίλτρα που σβήνουν τις ρυτίδες, μερικές φορές σβήνουν και πολύ περισσότερα πράγματα στο διάβα τους.

Και πάρτε και ένα βίντεο Τζουζέπε ιζ ντεντ για να έρθετε στα ίσα σας!

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ!

Δείτε Ακόμα